Last updated: 13 days ago

05.00 π.μ.

Ξύπνησε κι άνοιξε τα μάτια του με κόπο. Προσπάθησε να εστιάσει το βλέμμα του κάπου αλλά ήταν δύσκολο σε ένα σκοτεινό σπίτι με τα παντζούρια κλειστά.

«Τρείς ώρες ύπνος. Πάλι.» σκέφτηκε. Προσπάθησε να θυμηθεί από πότε έχει να κοιμηθεί μια ολόκληρη νύχτα. Δεν μπόρεσε...

Πήγε στην κουζίνα, χωρίς να ανοίξει τα παντζούρια, έφτιαξε τον καφέ του κι άναψε ένα τσιγάρο.

Βλαστήμησε μέσα του. Είχε τρία χρόνια να καπνίσει και το παινευόταν, αλλά όταν τα πράγματα ζόρισαν, το ξανάναψε. Πάνε τρείς μήνες από τότε και καπνίζει σαν φουγάρο.

«Πόσο μαλάκας είμαι…» σκέφτηκε και συνειδητοποίησε πως άκουσε τη φωνή του,  δεν το είπε από μέσα του.

«Ωραία, τώρα θα αρχίσω να μιλάω και μόνος μου». Κι αυτό φωναχτά, αλλά προσποιήθηκε πως δεν το πρόσεξε, σε μια προσπάθεια να ξεγελάσει τον εαυτό του... Τράβηξε άλλη μια τζούρα από το τσιγάρο του, ήπιε μια γουλιά καφέ και βυθίστηκε στις σκέψεις του.

 

Τις τελευταίες μέρες σκεφτόταν πολύ τους ανθρώπους. Έτσι, χωρίς λόγο. Απλά επειδή του ήρθε.

Προσπαθούσε να αποφασίσει ποιοι από όλους όσους ξέρει, είναι οι πραγματικά «δικοί του» άνθρωποι.

Απαριθμούσε πρόσωπα, καταστάσεις, γεγονότα, συμπεριφορές και προσπαθούσε να βαθμολογήσει με μια δική του ιδιόμορφη κλίμακα εκείνους που έχει στη ζωή του.

 

Πέρασαν και περνούν πολλοί άνθρωποι από την ζωή του και δεν θα μπορούσε ποτέ να τους βαθμολογήσει όλους. Θα ήταν και λάθος να προσπαθήσει. Έτσι αποφάσισε να βαθμολογήσει μόνο εκείνους που έπαιξαν ή παίζουν κάποιον σημαντικό ρόλο και η λίστα μίκρυνε πολύ. Πάρα πολύ. Δεν ήξερε αν αυτό είναι καλό ή κακό, αλλά σήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «Είναι ότι είναι…», σκέφτηκε.

 

Τότε σκέφτηκε πως η μέθοδος του, είχε ένα πρόβλημα και μάλιστα σοβαρό. Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι στη ζωή του τον ίδιο ρόλο κι έτσι δεν μπορούσε να βρεί μια κοινή φόρμουλα να τους βαθμολογήσει. Απελπίστηκε με αυτή την διαπίστωση, περισσότερο γιατί συνειδητοποίησε εκείνη την στιγμή ότι κι ο ίδιος δεν παίζει τον ίδιο ρόλο για όλους τους ανθρώπους είναι ή υπήρξαν στην ζωή του. Και πώς θα τον βαθμολογούσαν εκείνοι άραγε; Αναρωτήθηκε τι θα σήμαινε η παρουσία του ή ακόμα και η απουσία του για κάποιους και δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί γεγονότα και συγκεκριμένους ανθρώπους.

 

Παρ’ όλο που δεν έγραφε λίστες και βαθμολογίες σε κάποιο χαρτί αλλά στο μυαλό του, εκείνη την στιγμή αποφάσισε νοητά, να σκίσει την «λίστα» του και κάθε άλλο σημάδι που να φανερώνει πως μπήκε κάποια στιγμή σε μια ηλίθια διαδικασία, χωρίς κανένα απολύτως νόημα.

 

«Τους ανθρώπους δεν τους βαθμολογείς», μονολόγησε… «Τους ανθρώπους τους έχεις ή όχι στη ζωή σου. Σε έχουν ή όχι στην δική τους.» Σκέφτηκε για λίγο…. «Τους ανθρώπους τους αγαπάς ή όχι. Σε αγαπούν ή δεν σε αγαπούν»….

 

Γιατί οι άνθρωποι μας δεν είναι ονόματα και πρόσωπα μόνο. Οι άνθρωποι μας, είναι αγάπη, πληγές και χαμόγελα. Γιατί άνθρωπος που δεν έχει και τα τρία αυτά συστατικά, δεν είναι σωστά καμωμένος. Αυτό είναι οι άνθρωποι μας.

 

Οι άνθρωποι μας, στέκονται στο πλάι μας και είναι εκεί όταν τους χρειαζόμαστε.

Οι άνθρωποι μας, είναι αυτοί όταν τα κάναμε μαντάρα, δεν ρώτησαν γιατί και πώς τα κάναμε τόσο χάλια, αλλά αν είμαστε καλά.

Οι άνθρωποι μας, είναι εκείνοι που αγαπάμε αλλά τους αφήσαμε στην ησυχία τους, γιατί η παρουσία μας τους πλήγωνε.

Οι άνθρωποι μας, είναι εκείνοι που θα είναι πάντα κοντά μας κι ας λείπουν.

Είναι εκείνοι που ξέρουμε πως όταν τους χρειαστούμε, θα είναι δίπλα μας σε ένα δευτερόλεπτο. Ή σε λιγότερο…

Οι άνθρωποι μας, ξενυχτούν με μια σκέψη που μας περιλαμβάνει.

Οι άνθρωποι μας, είναι εκείνοι που στέλνουν ένα μήνυμα για να μας καληνυχτίσουν ή να μας καλημερίσουν.

 

Κούνησε το κεφάλι του, ευχαριστημένος με την διαπίστωση.

«Οι άνθρωποι μας, δεν βαθμολογούνται. Αγαπιούνται.» ψιθύρισε…

 

Εκείνη την στιγμή, ένιωσε πολύ κουρασμένος. Είχε πολύ καιρό να κοιμηθεί καλά.

Αλλά η κούραση δεν ήταν από αυτό.

 

Κοίταξε το ρολόι. 7.00 π.μ. Πότε πέρασαν δυο ώρες; Το φλιτζάνι είχε αδειάσει και το τασάκι είχε γεμίσει.

Πήγε μέχρι την κρεβατοκάμαρα και στάθηκε στην πόρτα κοιτάζοντας το κρεβάτι. Δεν είχε δουλειές σήμερα. Θα μπορούσε να ξαπλώσει για λίγο, ίσα να διώξει την πολλή κούραση. Αλλά ήξερε πως δεν θα κοιμηθεί. Κι αν ακόμα τα κατάφερνε, ήξερε πως πάλι κουρασμένος θα ξυπνούσε.

Έκανε ένα ντους, ντύθηκε, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου από το τραπεζάκι του χολ και βγήκε έξω από το σκοτεινό σπίτι με τα κλειστά παντζούρια. Ο ήλιος τον τύφλωσε για λίγο, αλλά δεν γύρισε το πρόσωπο του από την άλλη.

Έμεινε εκεί για λίγα δευτερόλεπτα και μετά τράβηξε για το αυτοκίνητο του.

Το ξεκλείδωσε και πριν μπεί, κοίταξε λίγο γύρω του. Οι άνθρωποι ξεκινούσαν την ημέρα τους, φουριόζοι, βιαστικοί, με έναν καφέ στο χέρι οι περισσότεροι, περνούσαν δίπλα του ή μπροστά του. Παραμέρισε για να περάσει μια κυρία με το μωρό της κι εκείνη του χαμογέλασε. Της ανταπέδωσε το χαμόγελο.

 

«Οι άνθρωποι είναι αγάπη, πληγές και χαμόγελα» θύμισε στον εαυτό του και μπήκε στο αυτοκίνητο.

 

Leave a Reply



(Your email will not be publicly displayed.)


Captcha Code

Click the image to see another captcha.