Last updated: one month ago

Πανσέληνος λέει το ημερολόγιό μου αν κι όλοι λένε πως η πανσέληνος ήτανε χτες. Βλέπω το φεγγάρι κατακόκκινο, φωτεινό, ολοστρόγγυλο μέσα από των δέντρων τα κλαδιά, πίσω από το τζάμι του σαλονιού. Αυτό μας ενώνει τώρα όλους. Το τζάμι! Έτσι βλέπουμε τον κόσμο σχεδόν ένα μήνα τώρα, πίσω από τα παράθυρα.
Έχουν αυτές οι μέρες κάτι από την εποχή που ήμασταν μικρά. Τότε που οι γιαγιάδες δεν μας έβαζαν στα σπίτια τους γιατί ήμασταν βρώμικα από τα χώματα του παιχνιδιού στους δρόμους. Το άλλοθι της απαγόρευσης ήτανε τα καθαρά πατώματα, τα καλογυαλισμένα έπιπλα .Η αλήθεια ήτανε η σιχασιά για τη σκόνη που κάλυπτε τα γδαρμένα γόνατά μας, για το χώμα που είχε κολλήσει στις σόλες των παπουτσιών μας και για τα βρώμικα δάχτυλά μας. Η αλήθεια ήταν αυτό που δεν έπρεπε να φανεί. Το άλλοθι μας έδειχνε αυτό που έπρεπε να γίνουμε. Καθαρά, τυποδεμένα κι ατσαλάκωτα παιδάκια.
Έτσι και τώρα όλοι μαζί πίσω από το κοινό μας τζάμι κρύβουμε την αλήθεια. Θέλω να πω τον κόσμο πάντα πίσω από ένα γυαλί τον βλέπαμε, ένα γυαλί αόρατο - σαν τα τζάμια που είχε καθαρίσει μανιωδώς με άζαξ η μαμά της παιδικής μας ηλικίας - που καθόριζε αν θα γελάσουμε ή αν θα κλάψουμε, αν θα θυμώσουμε ή αν θα παραμείνουμε ψύχραιμοι και νηφάλιοι, αν θα αγκαλιάσουμε κάποιον ή αν θα τον απομακρύνουμε, αν θα δώσουμε σε κάποιον το ρόλο της παιδικής μας μαμάς  ή το ρόλο του βρώμικου παιδιού.
Για αυτό κι απορώ καμιά φορά που ενώ αφήνουμε το άλλοθι να μας κρατάει σε εγρήγορση, να δίνει νόημα στην ύπαρξή μας κι άφεση αμαρτιών σε σχόλια νοσηρά και πράξεις άδικες κάνουμε λες κι ανακαλύψαμε με την κλεισούρα καλύτεροι άνθρωποι πως θα μπορέσουμε να γίνουμε. Και δεν σκεφτόμαστε μήπως το μόνο χρειάζεται να κάνουμε είναι να σπάσουμε το άλλο το τζάμι το αόρατο, να αφήσουμε σημάδια λάσπης από το βρώμικα παπούτσια μας στη μαρμαρίνα τη φρεσκοσφουγγαρισμένη και να γεμίσουμε με δαχτυλιές σοκολατένιες το σεμέν της μαμάς  για να βγουν σαν φεγγάρι ολόγιομο στον ουρανό, αυτά που είναι μέσα μας βαθιά κρυμμένα.

X μέρες εγκλεισμού για όλους. Για EMENA χ ίσον 28 Μέρες. Σταμάτησα να διαβάζω  Είκοσι οχτώ  μέρες και κάθε φορά που πάω να ανοίξω βιβλίο ζορίζομαι. Ζήτημα είναι αν όλες αυτές τις μέρες διάβασα δέκα σελίδες.
Σηκώνομαι αργά το πρωί.  Φτιάχνω πάντα καφέ ελληνικό και λέω να διαβάσω λίγο αλλά δεν μπορώ. Δεν καταβάλω καν την προσπάθεια να διαβάσω ούτε μία σελίδα από τον Αρχισιδηρουργό. Ανοίγω τον υπολογιστή και το ρίχνω στη δουλειά για Κανά δίωρο.
Υποχωρεί λίγο η θλίψη της ανίας. Πλένω τα πιάτα, μιλάω στο τηλέφωνο κι αποφασίζω να φτιάξω κουλουράκια. Τα κάνω με μαστίχα  και το μισό από το αλεύρι που βάζω είναι ολικής άλεσης. Όση ώρα πλάθω τα κουλούρια ακούω τον Andrea Bocelli να τραγουδάει μόνος στο Duomo στο Μιλάνο. Δεν θέλω να δω την άδεια εκκλησία, ούτε τους άδειους δρόμους αυτής τη πόλης που αγαπώ. Για αυτό σκέφτομαι την νεαρή αρπίστρια που είδα δυο χρόνια πριν να παίζει το Historia de un amor, μόνη κι αυτή, πάνω στο κόκκινο χαλί της κάτω από τον ζεστό απογευματινό ήλιο και τους περαστικούς να σταματούν, να την κοιτούν, να την ακούν και να συνεχίζουν τη βόλτα τους στην γειτονιά της Brera.
Αρχίζει σιγά σιγά και μυρίζει ζάχαρη και μαστίχα το σπίτι μου. Τελικά μου φαίνεται πως οι γιορτές δεν είναι τίποτα άλλο παρά της μυρωδιάς η μνήμη. Είναι η μυρωδιά από τα ζεστά κουλούρια που βγαίνουν απ’ το φούρνο που μου λέει πως ήρθε το Πάσχα. Δοκιμάζω με λαχτάρα το πρώτο κουλουράκι που βγαίνει από τον φούρνο, μασάω και σκέφτομαι αυτή τη νέα μας ζωή. Είναι λίγο όπως η χρονιά που με χτύπησε μηχανάκι και μπαινόβγαινα στο χειρουργείο μέχρι να δέσει το πόδι μου από το κάταγμα. Έμαθα τότε να περπατάω και να ανεβοκατεβαίνω σκάλες με πατερίτσες. Αλλά η αρχή ήταν δύσκολη με νεύρα, κλάματα και θυμούς μέχρι που έμαθα να ζω με πατερίτσες κι ώσπου να μάθω ήρθε η ώρα να ξαναμάθω χωρίς αυτές να περπατώ.
Κλεισμένοι μέσα στα σπίτια μας λοιπόν μαθαίνουμε να συνυπάρχουμε με αυτό που θέλουμε να ξορκίσουμε μα δεν μπορούμε, με αυτό το νέο που μας φοβίζει, μας τρομάζει και μας φέρνει σε απόγνωση. Προσπαθούμε να μάθουμε να ζούμε αλλιώς και φοβόμαστε την ώρα που θα πρέπει να αφήσουμε το αλλιώς που μάθαμε και να επιστρέψουμε σε αυτό που ξέραμε.
Ανοίγω το ντουλάπι της κουζίνας και βγάζω το κουτί με τα σοκολατάκια. Διαλέγω το αγαπημένο μου, σοκολάτα με πορτοκάλι. Τρώω ένα. Καπάκι φτιάχνω ζεστή σοκολάτα. Πηγαίνω στην πιατέλα με το κέικ. ‘Εχει περισσέψει από την περασμένη βδομάδα ένα κομμάτι κέικ με γεύση τιραμισού. Τρώω μια μικρή μπουκιά. Αισθάνομαι σαν τον Comte de Reynaud στην ταινία Chocolat. Σα να τρώω αυτό που με φοβίζει για να μπορέσω να βάλω τα κλάματα, να βρω τη λύτρωση, να κοιμηθώ στη βιτρίνα με τις σοκολάτες και να ξυπνήσω την επομένη μέρα έχοντας αφήσει πίσω μου φόβο κι απελπισία. Με συνεφέρνει τελικά η γεύση. Αυτή είναι το δικό μου κλάμα και ο δικός μου ύπνος και έχουν μια δύναμη περίεργη, σωτήρια, είναι σα να σου λένε εγώ είμαι εδώ για σένα κι αυτό το κάτι το διαφορετικό που αισθάνεσαι στο στόμα σου παρέα με τη γεύση μου δεν είναι τίποτα άλλο παρά το πέρασμα του χρόνου. Είναι τα σταθερά μας όταν τα πάντα γύρω μας αλλάζουν, παρέα με τον κόμη λοιπόν στη βιτρίνα με τις σοκολάτες! Η πόλη του είναι η δική του σταθερά. Και η δική μου η σταθερά που με ηρεμεί όταν τα πάντα γύρω μου αλλάζουν, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, είναι η ίδια με την κοπέλα που παίζει άρπα μόνη πάνω στο κόκκινο χαλί σε γειτονιά πολύβουη αγαπημένη!


Η Κάτια Σπαθή είναι Οικονομικός Σύμβουλος στη Δικηγορική Εταιρεία Law Help και Υπεύθυνος Δημοσίων Σχέσεων στην Α.Ε.Μοσχάτου

 

Leave a Reply



(Your email will not be publicly displayed.)


Captcha Code

Click the image to see another captcha.


ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΗΣ: ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ - ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ